κύων


κύων
ὁ κύων, κυνός собака; пес (-> κυνικοί киники; ср. цинический)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "κύων" в других словарях:

  • κύων — ο, η (AM κύων, κυνός, ό, ή) 1. σκύλος («Τηλέμαχον δὲ περίσσαινον κύνες ὑλακόμωροι», Ομ. Οδ.) 2. (ως υβριστική λέξη) θρασύς, αναιδής και αναίσχυντος σαν τον σκύλο («δᾱερ ἐμεῑο κυνός, κακομηχάνου ὀκρυοέσσης», Ομ. Ιλ.) 3. πιστός σαν τον σκύλο… …   Dictionary of Greek

  • κύων — κύ̱ων , κύω conceive pres part act masc nom sg κύων dog masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κυῶν — κύος neut gen pl (attic epic doric) κυέω bear in the womb pres part act masc nom sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Κύων σπεύδουσα τυφλὰ τίκτει. — κύων σπεύδουσα τυφλὰ τίκτει. См. Скоро хорошо не родится …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Κύων ἐν φάτνη. — См. Собака на сене лежит, сама не ест и другим не дает. Κύων ἐν φάτνη. См. Собака на сене лежит, сама не ест и другим не дает …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Κύων τεύτλα οὐκ ἐσθίει. — См. Любит как собака палку …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Φιλοῦσιν ἀλλήλους ὥσπερ γαλῆ καὶ κύων. — См. Как кошка с собакой …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Μέγας Κύων — (Αστρον.). Αστερισμός που βρίσκεται στο νότιο ημισφαίριο, ανάμεσα στους αστερισμούς Περιστεράς, Λαγωού, Μονόκερου και Πρύμνης. Ο α του Μ.Κ. ή Σείριος είναι ο λαμπρότερος απλανής σε ολόκληρο τον ουρανό με μέγεθος –1,6. Είναι διπλός, με ταίρι του… …   Dictionary of Greek

  • Μικρός Κύων — (Αστρον.). Αστερισμός που βρίσκεται στο βόρειο ημισφαίριο, ανάμεσα στους αστερισμούς του Μονόκερου, των Διδύμων, του Καρκίνου και της Ύδρας. Κυριότερο άστρο του είναι ο Προκύων, 8o σε σειρά λαμπρότητας σε ολόκληρο τον ουρανό. Μεσουρανεί στις… …   Dictionary of Greek

  • κυνί — κύων dog masc/fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κυνῶν — κύων dog masc/fem gen pl κυνάω play the Cynic pres part act masc voc sg κυνάω play the Cynic pres part act neut nom/voc/acc sg κυνάω play the Cynic pres part act masc nom sg (attic epic ionic) κυνάω play the Cynic pres part act masc nom sg (attic …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)